Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου και του Νοεμβρίου του 1989, η Νέα Δημοκρατία, με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, παρά το γεγονός ότι συγκέντρωσε μεγάλα ποσοστά, της τάξεως του 44,3% και 46,2% αντίστοιχα, λόγω του εκλογικού νόμου δεν κατάφερε να σχηματίσει αυτοδύναμη Κυβέρνηση, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό της Κυβέρνησης Συνεργασίας με τον Συνασπισμό στην πρώτη περίπτωση, και της Οικουμενικής Κυβέρνησης στην δεύτερη.
Παρόλα αυτά, στις βουλευτικές εκλογές του 1990, επιτυγχάνοντας το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό της ιστορίας (46,9%), το κόμμα λόγω της ιδιομορφίας του εκλογικού νόμου, έλαβε μόλις 150 έδρες στην Βουλή. Ύστερα από συμφωνία μεταξύ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του Κωστή Σταφανόπουλου, ο μοναδικός βουλευτής της Δημοκρατικής Ανανέωσης, Θεόδωρος Κατσίκης στήριξε τη δημιουργία μονοκομματικής κυβέρνησης, κι έτσι σχηματίστηκε μια αυτοδύναμη αλλά ασταθής Κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.[2]
Τρία, περίπου, χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας, τον Απρίλιο του 1992, ο Αντώνης Σαμαράς αποπέμφθηκε από υπουργός Εξωτερικών λόγω διαφωνιών με τον Πρωθυπουργό.[3] Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, παραιτήθηκε από βουλευτής[4] και μαζί με κάποιους βουλευτές, από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέα Δημοκρατίας, ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να χάσει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής.
Στις πρόωρες εκλογές που προκηρύχθηκαν για τις 10 Οκτωβρίου, η κεντροδεξιά παράταξη ηττήθηκε με ποσοστό 39,3% και επανήλθε στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Αμέσως μετά ο Μητσοτάκης παραιτήθηκε από πρόεδρος του κόμματος.