Ο φαν Κάουλ γεννήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1604 από τους Φρανκ φαν Κάουλ (Frank van Kuijll) και Γιοχάννα φαν Μπλόκλαντ (Johanna van Blockland). [4][5] Στην Teutsche Academie (1675), ο Γιοάχιμ φον Σάντραρτ τον αποκαλεί, εσφαλμένα, "Gerard van Krick", και για αιώνες ο φαν Κάουλ συγχεόταν με κάποιον πολίτη από την Χάουντα που ονομαζόταν Χάισμπερτ φαν ντερ Κάουλ (Gijsbert van der Kuijl), ο οποίος αναφέρεται από τον Άρνολντ Χαουμπράκεν. [6] Σύμφωνα με τον Χαουμπράκεν, ο Χάισμπερτ φαν ντερ Κάουλ ήταν ο σύντροφος στα ταξίδια του ζωγράφου της Χάουντα Ερτ φαν Βες (Aert van Waes), ο οποίος πέρασε 11 χρόνια μαζί του στην Ιταλία και στη συνέχεια επέστρεψε χωρίς αυτόν για να πεθάνει στη Χάουντα το 1649, ενώ ο Χάισμπερτ πέρασε συνολικά 20 χρόνια στην Ιταλία και, αφού επέστρεψε στον Βορρά έζησε επί μακρόν και πέθανε στη Χάουντα το 1673.
Αντίθετα, ο Χέραρντ φαν Κάουλ ήταν μαθητής του Χέρριτ φαν Χόντχορστ το 1625 στην Ουτρέχτη και δεν έζησε ποτέ στη Χάουντα. Πιθανότατα έφυγε για την Ιταλία το 1627 ή το 1628, ενώ το 1627 συνέταξε μια διαθήκη, ίσως ως προετοιμασία για το ταξίδι. Προσχώρησε στους Bentvueghels με το ψευδώνυμο Stijgbeugel (αναβολέας). Στην Ιταλία ήταν μαθητής του συναδέλφου του στους Bentvueghels Ζαν Ντυκάν (Jean Ducamps), με τον οποίο έζησε από το 1629 έως το 1631 στη Ρώμη στη Via Margutta . [4] Η τελευταία απόδειξη της παρουσίας του εκεί ήταν τον Ιούλιο του 1631. Την επόμενη χρονιά, ο φαν Κάουλ είχε εγκατασταθεί ξανά στο Χόρινχεμ, καθώς το 1632 έγινε μέλος του Broederschap der Romeinen binnen Gorinchem («Αδελφότητα των Ρωμαίων στο Χόρινχεμ») και εκείνη την εποχή νυμφεύτηκε τη Μαργκαρέτα Ντιράουτ (Margaretha Dierout) εκεί. [5] Το 1641 έζησε στην Ουτρέχτη, αλλά το 1648 ή ενωρίτερα επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου πέθανε σε ηλικία 69 ετών και η ταφή του πραγματοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου 1673.