Αυτό το άρθρο αφορά το εμιράτο την περίοδο 1996-2001. Για το καθεστώς των Ταλιμπάν από το 2021 και εντεύθεν, δείτε Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν (2021)
Το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν[3] (παστού: د افغانستان اسلامي امارات, Ντα Αφγανιστάν Ισλαμί Αμαράτ) ήταν ισλαμικό κράτος το οποίο σχηματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1996, όταν οι Ταλιμπάν άρχισαν να διακυβερνούν το Αφγανιστάν μετά την πτώση της Καμπούλ. Στο αποκορύφωμά του, οι Ταλιμπάν είχαν τον έλεγχο σε περίπου το 90% της χώρας, ενώ τα υπόλοιπα μέρη της χώρας στα βορειοανατολικά βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Βόρειας Συμμαχίας, η οποία είχε ευρεία διεθνή αναγνώριση ως συνέχεια του Ισλαμικού Κράτους του Αφγανιστάν.[4] Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι διεθνείς αντιδράσεις προς το καθεστώς αυξήθηκαν σημαντικά, με την αφαίρεση της διπλωματικής αναγνώρισης από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Πακιστάν. Το Ισλαμικό Εμιράτο έπαψε να υπάρχει στις 17 Δεκεμβρίου 2001, αφού ανατράπηκε από τη Βόρεια Συμμαχία, η οποία είχε ενισχυθεί από την εισβολή των ΗΠΑ στη χώρα.
Ιστορία
Οι Ταλιμπάν και η κυριαρχία τους προέκυψαν από το χάος που ακολούθησε τον σοβιετοαφγανικό πόλεμο. Ξεκίνησε ως ένα πολιτικοθρησκευτικό κίνημα Ισλαμιστών και Παστούν το οποίο αποτελούνταν από σπουδαστές μεντρεσέδων του νότιου Αφγανιστάν. Έχοντας κατά συντριπτική πλειοψηφία καταγωγή Παστούν, οι Ταλιμπάν ανέμιξαν τον φυλετικό κώδικα Παστουνβαλί με στοιχεία της σουνιτικής ισλαμικής διδασκαλίας για να σχηματίσουν μια αντιδυτική και αντιεκσυγχρονιστική ισλαμική ιδεολογία με την οποία διακυβέρνησαν.[5] Οι Ταλιμπάν άρχισαν να λαμβάνουν υποστήριξη από το γειτονικό Πακιστάν καθώς και από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Εθνική σύγκρουση
Οι Ταλιμπάν θεωρούσαν πολλές από τις άλλες εθνικές κοινότητες του Αφγανιστάν ως ξένες. Οι Παστούν ήταν η μεγαλύτερη εθνική ομάδα στο Αφγανιστάν και αποτελούσαν την πλειοψηφία του κινήματος των Ταλιμπάν. Καθώς οι Ταλιμπάν επεκτάθηκαν από τα νότια και νοτιοανατολικά προπύργια τους, αντιμετώπισαν περισσότερη αντίσταση. Η ιδεολογία τους Ντεομπαντί, η οποία ενσωματώθηκε στον κώδικα Παστουνβαλί, θεωρήθηκε ξένη από τις άλλες εθνοτικές ομάδες του Αφγανιστάν.[6][7][8] Οι μάχες του Μαζάρι Σαρίφ απέδειξαν αυτή την εθνοτική ένταση.[9][10]
Διακυβέρνηση
Ξεκινώντας από την Κανταχάρ, οι Ταλιμπάν τελικά κατέλαβαν την Καμπούλ το 1996. Μέχρι το τέλος του 2000, οι Ταλιμπάν ήταν σε θέση να αποκτήσουν τον έλεγχο στο 90% της χώρας, εκτός από τα οχυρά της αντιπολίτευσης (Βόρεια Συμμαχία) τα οποία βρισκόταν κυρίως στη βορειοανατολική πλευρά της επαρχίας Μπανταχσάν. Οι περιοχές υπό τον άμεσο έλεγχο των Ταλιμπάν ήταν κυρίως μεγάλες πόλεις και αυτοκινητόδρομοι του Αφγανιστάν. Οι φυλετικοί χάνοι και πολέμαρχοι είχαν de facto έλεγχο σε διάφορες μικρές πόλεις, χωριά και αγροτικές περιοχές.[11] Οι Ταλιμπάν επιδίωξαν να επιβάλουν μια αυστηρή ερμηνεία της Σαρίας σε ολόκληρο το Αφγανιστάν.
Κατά τη διάρκεια της πενταετούς ιστορίας του Ισλαμικού Εμιράτου, η εργασία απαγορεύτηκε στις γυναίκες ενώ τα κορίτσια απαγορευόταν να φοιτούν σε σχολεία ή πανεπιστήμια και τους ζητήθηκε να μένουν κατ' οίκον. Όσες γυναίκες αντιστάθηκαν τιμωρήθηκαν. Οι κομμουνιστές εκτελέστηκαν συστηματικά και οι ληστές τιμωρήθηκαν ακρωτηριάζοντας ένα από τα χέρια ή τα πόδια τους. Εν τω μεταξύ, οι Ταλιμπάν κατάφεραν σχεδόν να εξαλείψουν την παραγωγή οπίου μέχρι το 2001.[12]
Τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και οι βουλευτές ήταν μουλλάδες «εκπαιδευμένοι σε μεντρεσέδες». Αρκετοί από αυτούς, όπως ο υπουργός Υγείας και Διοικητής της κρατικής τράπεζας, ήταν κυρίως στρατιωτικοί διοικητές που θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν τις διοικητικές θέσεις τους για να πολεμήσουν όταν χρειαζόταν. Οι στρατιωτικές αποτυχίες οι οποίες τους παγιδεύουν πίσω από τις γραμμές ή οδήγησαν στους θανάτους τους, αύξησαν το χάος στην εθνική διοίκηση.[13] Σε εθνικό επίπεδο, «όλοι οι ανώτεροι Τατζίκοι, Ουζμπέκοι και Χάζαροι γραφειοκράτες» αντικαταστάθηκαν «με Παστούν, είτε είχαν τα προσόντα είτε όχι». Κατά συνέπεια, τα υπουργεία «έπαψαν να λειτουργούν γενικά».[13]
Ο Ρασίντ περιέγραψε την κυβέρνηση των Ταλιμπάν ως «μυστική εταιρεία την οποία διαχειρίζονται άτομα από την Κανταχάρ … μυστηριώδης, μυστικοπαθής και δικτατορική».[13] Δεν διεξήγαγαν εκλογές, όπως εξήγησε ο εκπρόσωπός τους:
Η Σαρία δεν επιτρέπει την εξάσκηση πολιτικής ή τα πολιτικά κόμματα. Για αυτό δεν πληρώνουμε τους αξιωματούχους ή τους στρατιώτες μας, και τους παρέχουμε μόνο τροφή, ενδύματα, υποδήματα και οπλισμό. Θέλουμε να ζήσουμε όπως ο Προφήτης πριν από 1400 χρόνια, και η τζιχάντ είναι το δίκαιό μας. Θέλουμε να αναδημιουργήσουμε την εποχή του Προφήτη, και κάνουμε απλά αυτό που ο λαός μας ζητά τα τελευταία 14 χρόνια.[14]
Έγινε μοντελοποίηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στο φυλετικό συμβούλιο των Παστούν (τζιργκά), μαζί με αυτό που θεωρούσαν ότι ήταν το πρώιμο ισλαμικό πρότυπο. Η συζήτηση ακολουθήθηκε από την οικοδόμηση συναίνεσης από τους «πιστούς».[13] Πριν από την κατάληψη της Καμπούλ, υπήρχαν συζητήσεις για υποχώρηση μιας και κυβέρνηση «καλών μουσουλμάνων» ανέλαβε την εξουσία και αποκατέστησε τον νόμο και την τάξη.
Καθώς η εξουσία των Ταλιμπάν αυξανόταν, οι αποφάσεις λαμβανόταν από τον Μουλά Ομάρ χωρίς τη συνέλευση της τζιργκά και χωρίς να συμβουλεύεται άλλα μέρη της χώρας. Επισκέφθηκε την πρωτεύουσα Καμπούλ, μόνο δύο φορές ενώ βρισκόταν στην εξουσία. Αντί για εκλογές, η νομιμότητα του ηγέτη προήλθε μέσω ενός όρκου πίστης («Μπαγιάχ»), μια απομίμηση του Προφήτη και των πρώτων τεσσάρων Χαλιφών. Στις 4 Απριλίου 1996, ο Μουλά Ομάρ ενεδύθηκε «τον μανδύα του προφήτη Μωάμεθ» από το ιερό του για πρώτη φορά μετά από 60 χρόνια. Φορώντας τον μανδύα, εμφανίστηκε στην οροφή ενός κτιρίου στο κέντρο της Κανταχάρ ενώ εκατοντάδες μουλάδες Παστούν φώναζαν «Αμίρ αλ-Μουμινίν!» (Ηγέτης των πιστών), υποσχόμενοι την υποστήριξή τους. Ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν Μουλά Βακίλ εξήγησε:
Οι αποφάσεις βασίζονται στις συμβουλές του Αμιρούλ Μομινίν. Για εμάς η διαβούλευση δεν είναι απαραίτητη. Πιστεύουμε πως η θέση μας είναι ευθυγραμμισμένη με τη Σαρία. Συμμορφωνόμαστε με την άποψη του Εμίρη ακόμη και αν μόνος του αποκτά αυτήν την άποψη. Δε θα υπάρχει επικεφαλής του κράτους. Αντί αυτού θα υπάρχει ένας Αμιρούλ Μομινίν. Ο Μουλά Ομάρ θα είναι η ανώτατη αρχή, και η κυβέρνηση δε θα μπορεί να εφαρμόσει καμία απόφαση στην οποία αυτός δε συμφωνεί. Οι γενικές εκλογές είναι ασυμβίβαστες με τη Σαρία και για αυτό τις απορρίπτουμε.[15]
Οι Ταλιμπάν ήταν απρόθυμοι να μοιραστούν την εξουσία και δεδομένου ότι οι τάξεις τους αποτελούνταν σε συντριπτικό βαθμό από Παστούν, κυβερνούσαν ως ηγεμόνες στο 60% των Αφγανών από τις άλλες εθνοτικές ομάδες. Στην τοπική αυτοδιοίκηση, όπως στο δημοτικό συμβούλιο της Καμπούλ[13] ή της Χεράτ,[13] κυριαρχούσαν νομιμόφρονες Ταλιμπάν, αν και όχι ντόπιοι, ακόμα και όταν οι ομιλούντες παστού Ταλιμπάν δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το ήμισυ περίπου του πληθυσμού που μιλούσε νταρί ή άλλες γλώσσες.[13] Οι επικριτές διαμαρτυρήθηκαν ότι η «έλλειψη τοπικής εκπροσώπησης στην αστική διοίκηση έκανε τους Ταλιμπάν να εμφανίζονται ως κατοχική δύναμη».[13]
Ανθρώπινα δικαιώματα
Η βάναυση καταπίεση των γυναικών ήταν διαδεδομένη.[16][17][18][19][20][21][22][23] Οι βασανισμοί ήταν πολλαπλοί και επεβλήφθησαν από τη θρησκευτική αστυνομία.[24] Για παράδειγμα, οι Ταλιμπάν εξέδωσαν διατάγματα που απαγόρευαν την εκπαίδευση των γυναικών, αναγκάζοντας τα κορίτσια να εγκαταλείψουν τα σχολεία και τα κολέγια.[25][26] Οι γυναίκες που έβγαιναν από τα σπίτια τους έπρεπε να συνοδεύονται από έναν άντρα συγγενή και ήταν υποχρεωμένες να φορούν μπούρκα, ένα φόρεμα που καλύπτει ολόκληρο το σώμα εκτός από μια μικρή σχισμή από την οποία επιτρέπει να βλέπει η γυναίκα.[25] Υπήρξε περίπτωση δημοσίου μαστιγώματος εκατό φορές επειδή παρέστη εκτός οικίας με άνδρα που δεν ήταν συγγενής της, κατηγορούμενη για μοιχεία. Η γυναικεία απασχόληση περιορίστηκε στον ιατρικό τομέα, όπου απαγορεύτηκε στο ανδρικό ιατρικό προσωπικό να νοσηλεύει γυναίκες και κορίτσια.[25] Τον Φεβρουάριο του 1998, η θρησκευτική αστυνομία εξέδωσε νέους κανονισμούς που διατάζουν τους κατοίκους των οικιών να μαυρίσουν τα παράθυρά τους έτσι ώστε οι γυναίκες να μη φαίνονται από έξω.[27] Επίσης, απαγορεύθηκαν πολλές δραστηριότητες και παιχνίδια, όπως το ποδόσφαιρο, το πέταγμα χαρταετού και το σκάκι. Επίσης απαγορεύτηκε η τηλεοράσεις, ο κινηματογράφοι, η μουσική και οι βιντεοκασέτες.[28] Έχει αναφερθεί ότι όταν τα παιδιά που πετούσαν χαρταετό, ξυλοκοπήθηκαν.[29] Απαγορεύτηκε επίσης η διατήρηση περιστεριών ή άλλων κατοικίδιων ζώων, σκοτώνονταν υπό τις διαταγές των Ταλιμπάν.
Διεθνείς σχέσεις
Μόνο το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αναγνώρισαν την κυβέρνηση των Ταλιμπάν.[30] Το κράτος δεν αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ, ο οποίος αναγνώριζε το Ισλαμικό Κράτος του Αφγανιστάν ως νόμιμη κυβέρνηση του Αφγανιστάν.
Οι σχέσεις μεταξύ του Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν και του Ιράν επιδεινώθηκαν το 1998, αφού οι δυνάμεις των Ταλιμπάν κατέλαβαν το ιρανικό προξενείο στο Μαζάρι Σαρίφ και εκτέλεσαν ιρανούς διπλωμάτες. Μετά το συμβάν αυτό, το Ιράν απείλησε να εισβάλει στο Αφγανιστάν συγκεντρώνοντας στρατιωτικές δυνάμεις κοντά στα αφγανικά σύνορα, αλλά η παρέμβαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και των Ηνωμένων Πολιτειών απέτρεψε τον πόλεμο.
Ένας λόγος για την έλλειψη διεθνούς αναγνώρισης ήταν η αδιαφορία των Ταλιμπάν για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, όπως αποδείχθηκε από τις πράξεις τους για την ανάληψη της εξουσίας. Μια από τις πρώτες πράξεις των Ταλιμπάν κατά την ανάληψη της εξουσίας ήταν η εκτέλεση του πρώην κομμουνιστή Προέδρου του Αφγανιστάν, Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ. Προτού οι Ταλιμπάν αναλάβουν τον έλεγχο της πρωτεύουσας του Αφγανιστάν, έστειλαν ομάδα για να συλλάβουν τον Νατζιμπουλάχ. Καθώς ο Νατζιμπουλάχ έμενε στο στρατόπεδο των Ηνωμένων Εθνών στην Καμπούλ, αυτό αποτελούσε παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ένα ακόμη παράδειγμα ήταν πως το καθεστώς των Ταλιμπάν επικρίθηκε έντονα για τη δολοφονία διπλωματών του Ιράν στο Αφγανιστάν.[31]
Το 1998, οι Ταλιμπάν υποστήριξαν τους ισλαμιστές μαχητές που δραστηριοποιούνταν στην Τσετσενία, στο Σιντσιάνγκ και στο Τζαμού και Κασμίρ, ερχόμενοι σε αντίθεση με τη Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία ταυτόχρονα. Επιπλέον, οι Ταλιμπάν αναγνώρισαν την Τσετσενική Δημοκρατία της Ιτσκερία ως ανεξάρτητο κράτος και καθιέρωσαν διπλωματικές σχέσεις μέχρι το 2001.
Το 2013, οι Ταλιμπάν δημιούργησαν γραφείο στο Κατάρ[32] με στόχο να αρχίσουν συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν.[33] Υπήρξε σύγκρουση αφότου το γραφείο ύψωσε τη λευκή σημαία του πρώην Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν, με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρρυ να αναφέρει ότι το γραφείο θα μπορούσε να κλείσει εάν δεν υπήρχε «πρόοδος» στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.[34][35]
Βούδες του Μπαμιγιάν
Το 1999, ο Μουλά Ομάρ εξέδωσε διάταγμα για την προστασία των αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμιγιάν, δύο μνημειώδη αγάλματα όρθιων Βουδών του 6ου αιώνα, σκαλισμένα στην πλευρά ενός βράχου στην κοιλάδα Μπαμιάν στο Χαζαρατζάτ του κεντρικού Αφγανιστάν. Το έκανε αυτό επειδή το Αφγανιστάν δεν είχε βουδιστές, οπότε η ειδωλολατρία δεν θα ήταν πρόβλημα.
Αλλά τον Μάρτιο του 2001, τα αγάλματα καταστράφηκαν από τους Ταλιμπάν του Μουλά Ομάρ μετά από διάταγμα που εξέδωσε. Ο ανώτατος ηγέτης των Ταλιμπάν Μούλα Ομάρ εξήγησε γιατί διέταξε την καταστροφή των αγαλμάτων σε μια συνέντευξη:
Δεν ήθελα να καταστρέψω τους Βούδες του Μπαμιγιάν. Για την ακρίβεια, κάποιοι ξένοι ήρθαν σε μένα και μου ανέφεραν ότι θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν έργα αναστήλωσης στον Βούδα που είχε υποστεί φθορές από τις βροχοπτώσεις. Αυτό με σοκάρισε. Σκέφτηκα, αυτοί οι σκληροί άνθρωποι δε σέβονται χιλιάδες ανθρώπινες ζωές – οι Αφγανοί πεθαίνουν της πείνας, αλλά αυτοί ανησυχούν για άψυχα όντα όπως ο Βούδας. Αυτό ήταν εξαιρετικά ελεεινό. Για αυτό διέταξα την καταστροφή τους. Αν με είχαν προσεγγίσει για ανθρωπιστικό έργο, δε θα είχα διατάξει ποτέ την καταστροφή των Βουδών.[36]
Τότε ο ειδικός πρεσβευτής των Ταλιμπάν, Σαγιέντ Ραχματουλάχ Χασεμί, δήλωσε επίσης ότι η καταστροφή των αγαλμάτων πραγματοποιήθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο Λογίων μετά από πρόταση ενός Σουηδού εμπειρογνώμονα μνημείων για την αποκατάσταση των κεφαλών των αγαλμάτων. Ο Χασιμί ανέφερε ότι «όταν το αφγανικό ανώτατο συμβούλιο τους ζήτησε να παρέχουν χρήματα για να ταΐσουν τα παιδιά αντί να καθορίσουν τα αγάλματα, αρνήθηκαν και απάντησαν: "Όχι, τα χρήματα είναι μόνο για τα αγάλματα, όχι για τα παιδιά". Τότε ελήφθη η απόφαση για την καταστροφή τω αγαλμάτων».[37]
Αυτό προκάλεσε διεθνή κατακραυγή από έθνη όπως η Ιαπωνία, η Ινδία, η Σρι Λάνκα, η Νότια Κορέα, το Νεπάλ, το Ιράν, το Κατάρ και η Ρωσία. Ακόμα και η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και τα δύο μεταξύ των τριών χωρών που αναγνώρισαν το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν, εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Ο αραβικός κλάδος της UNESCO, πολιτιστικής και εκπαιδευτικής υπηρεσίας των Ηνωμένων Εθνών, χαρακτήρισε την καταστροφή ως «άγρια».[38][39]
Κυρώσεις
Στις 15 Οκτωβρίου 1999, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ θέσπισε κυρώσεις για άτομα και οντότητες που συνδέονται με την Αλ Κάιντα, τον Οσάμα μπιν Λάντεν και/ή τους Ταλιμπάν.[40] Αρχής γενομένης από την εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν το 2001, οι κυρώσεις εφαρμόστηκαν σε άτομα και οργανισμούς σε όλα τα μέρη του κόσμου και στόχευαν επίσης και σε πρώην μέλη της κυβέρνησης των Ταλιμπάν.
Στις 27 Ιανουαρίου 2010, μια επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών απομάκρυνε πέντε από τους πρώην ανώτερους αξιωματούχους των Ταλιμπάν από τον κατάλογο αυτό, σε μια κίνηση η οποία υποστηρίχθηκε από τον Αφγανό πρόεδρο Καρζάι. Η απόφαση σήμαινε πως οι πέντε δεν θα υπόκεινται πλέον σε διεθνή απαγόρευση ταξιδιών, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και εμπάργκο στην αγορά όπλων. Οι πέντε άνδρες, όλοι υψηλόβαθμα μέλη της κυβέρνησης των Ταλιμπάν ήταν οι εξής:
Σαμσ-ουσ-Σαφά Αμινζάι, πρώην εκπρόσωπος τύπου για τις εξωτερικές υποθέσεις των Ταλιμπάν.
Μοχαμάντ Μουσά Χοτάκ, πρώην υφυπουργός σχεδιασμού.
Αμπντούλ Χακίμ, πρώην αναπληρωτής υπουργός μεθορίων θεμάτων.
Όλοι τους είχαν προστεθεί στον κατάλογο τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο του 2001.[41][42]
Στρατός υπό τους Ταλιμπάν
Οι Ταλιμπάν διατηρούσαν στρατιωτική δύναμη κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής τους. Ο στρατός των Ταλιμπάν διέθετε πάνω από 400 τεθωρακισμένα T-54/55 και T-62 και περισσότερα από 200 θωρακισμένα μεταγωγικά.[43] Η Αφγανική Πολεμική Αεροπορία υπό τους Ταλιμπάν κατείχε πέντε υπερηχητικά MIG-21MF και 10 βομβαρδιστικά Sukhoi-22.[44] Το 1995, κατά τη διάρκεια του περιστατικού Airstan το 1995, ένα μαχητικό αεροσκάφος των Ταλιμπάν κατέλαβε ένα ρωσικό μεταγωγικό. Κατείχαν επίσης έξι ελικόπτερα Mil Mi-8, πέντε Mi-35, πέντε L-39C, έξι An-12, 25 An-26, δώδεκα An-24/32, ένα IL-18 και ένα Yakovlev.[45] Η πολιτική αεροπορία τους περιλάμβανε δύο Boeing 727 A/B, ένα Tu-154, πέντε An-24 και ένα DHC-6.[45]
Στρατολογία
Σύμφωνα με τη μαρτυρία των αιχμαλώτων του Γκουαντάναμο ενώπιον των Δικαστηρίων Ελέγχου Κατάστασης Μάχιμων, οι Ταλιμπάν, εκτός από στρατολογημένους άνδρες που υπηρετούσαν ως στρατιώτες, στρατολογούσαν και άνδρες για να υπηρετήσουν στη δημόσια διοίκησή.[46]
Οικονομία
Οι χρηματιστηριακές αγορές της Καμπούλ αντέδρασαν θετικά κατά τις πρώτες εβδομάδες της κατάληψης των Ταλιμπάν. Αλλά το Αφγάνι έχασε σύντομα την αξία του.[48] Επιβλήθηκε φόρος 50% σε κάθε εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στη χώρα, και εκείνες που δεν πλήρωναν, τιμωρούνταν.[49] Επιβλήθηκε επίσης 6% φόρος εισαγωγής για οτιδήποτε εισαγόταν στη χώρα[50] και μέχρι το 1998 οι Ταλιμπάν είχαν τον έλεγχο των κύριων αεροδρομίων και των συνόρων που τους επέτρεψε να καθιερώσουν μονοπώλιο σε όλες τις συναλλαγές.[51] Μέχρι το 2001, το κατά κεφαλήν εισόδημα των 25 εκατομμυρίων κατοίκων ήταν κάτω από $200[52] και η χώρα πλησίαζε στη συνολική οικονομική κατάρρευση της.[21] Από το 2007 η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, με εκτιμώμενα συναλλαγματικά αποθέματα ύψους τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων και ανάπτυξη που έφτασε στο 13%.[53]
Κατά τη διάρκεια εφαρμογής της συνθήκης διέλευσης μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν αναπτύχθηκε μαζικό δίκτυο για λαθρεμπόριο. Ο κύκλος εργασιών εκτιμάται σε 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι Ταλιμπάν λάμβαναν μεταξύ 100 και 130 εκατομμύρια δολάρια ετησίως.[54] Αυτές οι επιχειρήσεις μαζί με το εμπόριο από τη Χρυσή Ημισέληνο χρηματοδότησαν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και είχαν επίσης ως παρενέργεια την καταστροφή των νεοπαγών βιομηχανιών στο Πακιστάν.[55] Ο Αχμέντ Ρασίντ εξήγησε επίσης ότι η συμφωνία με το Πακιστάν ήταν «η μεγαλύτερη επίσημη πηγή εσόδων για τους Ταλιμπάν».[56]
Μεταξύ 1996 και 1999, ο Μουλά Ομάρ άλλαξε τη γνώμη του για το εμπόριο ναρκωτικών, μιας και έβλαπτε μόνο τους καφίρ (μη μουσουλμάνοι). Οι Ταλιμπάν κατείχαν το 96% των περιοχών παραγωγής της παπαρούνας του Αφγανιστάν και κατέστησαν την παραγωγή το οπίου τη μεγαλύτερη πηγή φορολόγησης.[56] Οι φόροι επί των εξαγωγών οπίου έγιναν ένας από τους βασικούς άξονες του εισοδήματος των Ταλιμπάν και της οικονομίας του πολέμου.[56] Σύμφωνα με τον Ρασίντ, «τα χρήματα από τα ναρκωτικά χρηματοδότησαν την αγορά όπλων, πυρομαχικών και καυσίμων κατά τη διάρκεια του πολέμου.[56] Στους New York Times, ο υπουργός Οικονομικών του Ενωμένου Μετώπου, Βαχιντουλάχ Σαμπαβούν, δήλωσε ότι οι Ταλιμπάν δεν είχαν ετήσιο προϋπολογισμό αλλά «φαινόταν να ξοδεύουν 300 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, σχεδόν ολόκληρο το ποσό στον πόλεμο». Πρόσθεσε ότι οι Ταλιμπάν στηρίζονταν όλο και περισσότερο σε τρεις πηγές χρηματοδότησης: «παπαρούνες, Πακιστανούς και Μπιν Λάντεν".[56]
Από οικονομικής απόψης όμως φαίνεται ότι δεν είχαν πολλές επιλογές, καθώς λόγω του πόλεμου φθοράς που συνεχιζόταν με τη Βόρεια Συμμαχία, τα έσοδα από την παραγωγή οπίου ήταν αυτά που κρατούσαν τη χώρα ζωντανή.[57] Μέχρι το 2000, το Αφγανιστάν αντιπροσώπευε περίπου το 75% της παγκόσμιας παραγωγής και το 2000 παρήγαγε 3.276 τόνους οπίου από καλλιέργειες έκτασης 82.171 εκταρίων.[58] Τότε ο Ομάρ ψήφισε διάταγμα που απαγόρευε την καλλιέργεια οπίου και η παραγωγή μειώθηκε σε περίπου 74 μετρικούς τόνους από καλλιέργειες έκτασης 1.685 εκταρίων.[59] Πολλοί παρατηρητές λένε ότι η απαγόρευση – η οποία ήταν μια προσφορά για διεθνή αναγνώριση από τα Ηνωμένα Έθνη – εκδόθηκε μόνο και μόνο για να αυξηθούν οι τιμές του οπίου και να αυξηθεί το κέρδος από την πώληση των υφιστάμενων αποθεμάτων.[56] Το έτος 1999 είχε καταγραφεί συγκομιδή ρεκόρ και ακολουθήθηκε από μια χαμηλότερη, αλλά σχετικά μεγάλη συγκομιδή το 2000.[56] Η εμπορία των συγκεντρωμένων αποθεμάτων από τους Ταλιμπάν συνεχίστηκε το 2000 και το 2001.[56] Το 2002, ο ΟΗΕ ανέφερε την ύπαρξη «σημαντικών αποθεμάτων οπιούχων που συσσωρεύθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη».[56] Τον Σεπτέμβριο του 2001 – πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου – οι Ταλιμπάν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, εξουσιοδότησαν τους Αφγανούς αγρότες να καλλιεργήσουν όπιο.[56]
Υπήρξε επίσης περιβαλλοντική επιβάρυνση της χώρας, έντονη αποψίλωση των δασών από το παράνομο εμπόριο ξυλείας με εκατοντάδες στρέμματα πεύκων και κέδρων στις επαρχία Κουνάρ και Πακτιά να υλοτομούνται.[60][61] Σε ολόκληρη τη χώρα, εκατομμύρια στρέμματα αποψιλώθηκαν για την προμήθεια ξυλείας στις πακιστανικές αγορές, χωρίς καμία προσπάθεια αναδάσωσης[62] η οποία οδήγησε σε σημαντικές περιβαλλοντικές καταστροφές.[63] Μέχρι το 2001, όταν η Μεταβατική Διοίκηση του Αφγανιστάν ανέλαβε την εξουσία, οι υποδομές της χώρας είχαν ερειπωθεί, οι τηλεπικοινωνίες είχαν διαλυθεί, το οδικό δίκτυο καταστράφηκε και μερικά κτίρια του υπουργείου Οικονομικών ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης.[64] Στις 6 Ιουλίου 1999, ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον ενέκρινε την εκτελεστική εντολή 13129. Η εντολή αυτή απαγόρευε κάθε συναλλαγή μεταξύ των ΗΠΑ και του καθεστώτος των Ταλιμπάν και στις 10 Αυγούστου πάγωσε κεφάλαιο αξίας £5.000.000 της αεροπορικής εταιρείας Ariana.[65] Στις 19 Δεκεμβρίου 2000 εγκρίθηκε το ψήφισμα 1333 του ΟΗΕ. Σύμφωνα με το ψήφισμα πάγωναν όλα τα περιουσιακά στοιχεία και έκλεισαν όλα τα γραφεία που ανήκαν στους Ταλιμπάν σε οποιαδήποτε χώρα και αν βρισκόταν. Στο ψήφισμα περιλαμβανόταν και τα γραφεία της Ariana Afghan Airlines.[66] Το 1999, τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν το ψήφισμα 1267 το οποίο είχε απαγορεύσει όλες τις διεθνείς πτήσεις της Ariana εκτός από τις εγκεκριμένες ανθρωπιστικές αποστολές.[67]
↑Directorate of Intelligence (2001). «CIA – The World Factbook – Afghanistan». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο(mirror) στις 21 Ιουλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 7 Απριλίου 2019. note – the self-proclaimed Taliban government refers to the country as Islamic Emirate of Afghanistan
↑Rashid 2000, σελ. 43 Συνέντευξη με τον Μουλά Βακίλ, Μάρτιος 1996
↑
Συνέντευξη με τον εκπρόσωπο των Ταλιμπάν Μουλά Βακίλ στο περιοδικό Al-Majallah, 23 Οκτωβρίου 1996.
↑Dupree Hatch, Nancy. "Afghan Women under the Taliban" in Maley, William. Fundamentalism Reborn? Afghanistan and the Taliban. London: Hurst and Company, 2001, pp. 145–166.
↑Wertheime, Molly Meijer (2004). Leading Ladies of the White House: Communication Strategies of Notable Twentieth-Century First Ladies. Rowman & Littlefield. σελ. 253. ISBN978-0-7425-3672-2.
↑Massoumi, Mejgan (2010). AlSayyad, Nezar, επιμ. The fundamentalist city?: religiosity and the remaking of urban space. Routledge. σελ. 223. ISBN978-0-415-77935-7.
↑ 21,021,1Skaine, Rosemarie (2009). Women of Afghanistan in the Post-Taliban Era: How Lives Have Changed and Where They Stand Today. McFarland. σελ. 57. ISBN978-0-7864-3792-4.
↑Rashid, Ahmed. Taliban. Yale Nota Bene Books, 2000, p.106.
↑Rashid, Ahmed. Taliban. Yale Nota Bene Books, 2000, p. 70.
↑Nojum, Neamatollah (2002). The Rise of the Taliban in Afghanistan: Mass Mobilization, Civil War and the Future of the Region. St Martin's Press. σελ. 178. ISBN978-0-312-29584-4.
↑Nojum, Neamatollah (2002). The Rise of the Taliban in Afghanistan: Mass Mobilization, Civil War and the Future of the Region. St Martin's Press. σελ. 186. ISBN978-0-312-29584-4.
↑Thourni, Francisco E. (2006). Frank Bovenkerk, επιμ. The Organized Crime Community: Essays in Honor of Alan A. Block. Springer. σελ. 130. ISBN978-0-387-39019-2.
↑Farah, Douglas· Stephen Braun (2008). Merchant of Death: Money, Guns, Planes, and the Man Who Makes War Possible. Wiley. σελ. 146. ISBN978-0-470-26196-5.