Στη φυσιολογία, αφυδάτωση (dehydration) είναι η ανεπάρκεια του συνολικού σωματικού ύδατος,[1] με μια συνοδευτική διαταραχή των μεταβολικών διεργασιών. Λαμβάνει χώρα όταν η απώλεια ελευθέρου ύδατος υπερβαίνει τη λήψη του ελευθέρου ύδατος, συνήθως λόγω άσκησης, ασθένειας, ή υψηλής περιβαλλοντικής θερμοκρασίας. Η ήπια αφυδάτωση μπορεί επίσης να προκληθεί από διούρηση εμβάπτισης (immersion diuresis), που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νόσου αποσυμπίεσης (decompression sickness) στους δύτες.
Τα περισσότερα άτομα μπορούν να ανεχθούν μια απώλεια σε ποσοστό 3-4% του συνολικού σωματικού ύδατος (body water) χωρίς δυσκολία ή αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία. Μείωση 5-8% μπορεί να προκαλέσει κόπωση και ζάλη. Απώλεια πάνω από 10% του συνολικού σωματικού ύδατος μπορεί να προκαλέσει σωματική και νοητική επιδείνωση, συνοδευόμενη από σοβαρή δίψα. Θάνατος συμβαίνει με απώλεια μεταξύ 15-25% του σωματικού ύδατος.[2] Ήπια αφυδάτωση χαρακτηρίζεται από δίψα και γενική δυσφορία και αποκαθίσταται συνήθως με στοματική επανυδάτωση.
Η αφυδάτωση μπορεί να προκαλέσει υπερνατριαιμία (hypernatremia) (υψηλά επίπεδα ιόντων νατρίου στο αίμα) και διαφέρει από την υπογκαιμία (hypovolemia) (απώλεια όγκου αίματος, ειδικότερα πλάσματος αίματος).
Ενδείξεις και συμπτώματα
Οι κύριες ενδείξεις της αφυδάτωσης περιλαμβάνουν τη δίψα και νευρολογικές αλλαγές όπως πονοκεφάλους, γενική δυσφορία, απώλεια όρεξης, μειωμένος όγκος ούρων (εκτός αν αιτία της αφυδάτωσης είναι η πολυουρία), πνευματική σύγχυση, ανεξήγητη κόπωση, πορφυρά νύχια και επιληπτικές κρίσεις. Τα συμπτώματα της αφυδάτωσης γίνονται πιο σοβαρά με μεγαλύτερη απώλεια του συνολικού σωματικού ύδατος. Απώλεια σωματικού ύδατος 1-2%, που θεωρείται μέτρια αφυδάτωση, εμφανίζει εξασθένιση της γνωστικής απόδοσης.[4] Στους ανθρώπους πάνω από τα 50, η αίσθηση της δίψας του σώματος μειώνεται και συνεχίζει να μειώνεται με την ηλικία. Πολλά ηλικιωμένα άτομα υποφέρουν από συμπτώματα αφυδάτωσης. Η αφυδάτωση συνεισφέρει στη νοσηρότητα στα γηρατειά ιδιαίτερα σε συνθήκες που προάγουν έλλειψη αίσθησης απώλειας ελευθέρου ύδατος όπως κατά τον θερμό καιρό. Μια μελέτη του Cochrane σε αυτό το θέμα καθόρισε αφυδάτωση την απώλεια του νερού ως "άτομα με ωσμογραμμομοριακότητα ορού (serum osmolality) 295 mOsm/kg ή περισσότερο" και βρήκε ότι τα κύρια συμπτώματα στους ηλικιωμένους εκφραζόντουσαν με κόπωση, έλλειψη λήψης νερού μεταξύ γευμάτων και βιοηλεκτρική παρεμπόδιση.[5]
Αίτια
Οι παράγοντες κινδύνου της αφυδάτωσης περιλαμβάνουν, αλλά δεν είναι μόνο οι εξής: άσκηση σε θερμό και υγρό καιρό, παραμονή σε μεγάλα υψόμετρα, παρατεταμένη άσκηση, ηλικιωμένους, βρέφη, παιδιά και άτομα που ζουν με χρόνιες ασθένειες.[6]
Η αφυδάτωση μπορεί επίσης να έρθει ως παράπλευρο αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών τύπων φαρμάκων.[7]
Στους ηλικιωμένους, μειωμένη απόκριση και/ή ανεπαρκής ικανότητα λήψης ελεύθερου ύδατος παρά την υπερβολική απώλεια ελεύθερου ύδατος (ιδιαίτερα σε σχέση με την υπεργλυκαιμία) φαίνεται να είναι τα κύρια αίτια της αφυδάτωσης.[8] Υπερβολικό ελεύθερο νερό ή υποτονικό νερό μπορούν να αφήσουν το σώμα κατά δύο τρόπους - με αισθητή απώλεια όπως στην ωσμωτική διούρηση, την εφίδρωση, τον εμετό και τη διάρροια και απώλεια ύδατος χωρίς κατανόηση που συμβαίνει κυρίως μέσω του δέρματος και της αναπνευστικής οδού. Στους ανθρώπους, η αφυδάτωση μπορεί να προκληθεί από ευρύ φάσμα ασθενειών και καταστάσεων που εξασθενούν την ομοιόσταση του νερού στο σώμα. Αυτό μπορεί να συμβεί κυρίως μέσω εξασθενημένης δίψας/πρόσληψης νερού ή πλεονάσματος νατρίου.[9]
Διάγνωση
Ορισμός
Αφυδάτωση συμβαίνει όταν η πρόσληψη νερού δεν είναι αρκετή να αντικαταστήσει το ελεύθερο νερό που χάνεται λόγω των κανονικών φυσιολογικών απωλειών, περιλαμβανόμενης της αναπνοής, της διούρησης και του ιδρώτα, ή άλλων αιτίων μεταξύ των οποίων η διάρροια και ο εμετός. Η αφυδάτωση μπορεί να γίνει επικίνδυνη για τη ζωή όταν οδηγήσει σε επιληπτικές κρίσεις ή αναπνευστική ανακοπή (respiratory arrest) και μεταφέρει επίσης τον κίνδυνο ωσμωτικού εγκεφαλικού οιδήματος (osmotic cerebral edema) εάν η επανυδάτωση είναι υπερβολικά γρήγορη.[10]
Ο όρος αφυδάτωση έχει χρησιμοποιηθεί κάποιες φορές λαθεμένα για την ξεχωριστή σχετική περίπτωση της υπογκαιμίας, που αναφέρεται ειδικότερα στη μείωση του όγκου του πλάσματος του αίματος.[1] Αυτές οι δύο ρυθμίζονται μέσω ανεξάρτητων μηχανισμών στους ανθρώπους·[1] η διάκριση είναι σημαντική για την κατάλληλη θεραπεία.[11]
Πρόληψη
Για συχνές δραστηριότητες, η δίψα είναι κανονικά επαρκής οδηγός διατήρησης κατάλληλης ενυδάτωσης.[12] Η ελάχιστη πρόσληψη νερού ποικίλλει ανάλογα με το βάρος, το περιβάλλον, τη δίαιτα και τη γενετική.[13] Με άσκηση, έκθεση σε θερμά περιβάλλοντα, ή με μειωμένη απόκριση δίψας, μπορεί να απαιτείται πρόσθετο νερό. Σε αθλητές σε αγώνες η πόση μέχρι να ξεδιψάσουν βελτιστοποιεί την απόδοση και την ασφάλεια και μέχρι το 2010, δεν υπήρξε επιστημονική μελέτη που να δείχνει ότι είναι ωφέλιμο να παραμένουν διψασμένοι για να διατηρήσουν το βάρος τους κατά τον αγώνα.[14]
Σε ζεστό ή υγρό καιρό ή κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης, η απώλεια νερού μπορεί να αυξηθεί αισθητά, επειδή οι άνθρωποι έχουν πολύ μεταβλητή ικανότητα για ενεργή έκκριση ιδρώτα. Οι απώλειες ιδρώτα ολόκληρου του σώματος στους ανθρώπους μπορεί να ξεπεράσει τα 2 L/h κατά τη διάρκεια αγώνων, με παρατηρούμενους ρυθμούς 3–4 L/h βραχυχρόνια, με υψηλής έντασης άσκηση στη ζέστη.[15] Όταν τέτοιες μεγάλες ποσότητες νερού χάνονται μέσω εφίδρωσης, χάνονται ηλεκτρολύτες, ειδικότερα νάτριο.
Στους περισσότερους αθλητές, η άσκηση και η εφίδρωση για 4–5 ώρες σε συγκέντρωση μικρότερη από 50 mmol/L, η συνολική απώλεια νατρίου είναι μικρότερη από το 10% του συνολικού σωματικού αποθέματος (το συνολικό απόθεμα είναι περίπου 2.500 mmol, ή 58 g για άτομο 70kg).[16] Αυτές οι απώλειες φαίνεται να είναι καλά ανεκτές από τα περισσότερα άτομα. Η προσθήκη κάποιου νατρίου στα αναψυκτικά υγρών αναπλήρωσης έχει κάποια θεωρητικά πλεονεκτήματα[16] και ο κίνδυνος είναι μικρός ή ανύπαρκτος, εφόσον τα υγρά είναι υποτονικά (επειδή το κύριο μέσο της αποτροπής αφυδάτωσης είναι η αντικατάσταση των απωλειών του ελεύθερου ύδατος).
Η κατανάλωση υπερβολικά σακχαρούχων και/ή αλατούχων τροφών μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση.[17]
Θεραπεία
Η θεραπεία για μικρή αφυδάτωση που θεωρείται συχνά η πιο αποτελεσματική είναι η χορήγηση νερού και η διακοπή απώλειας υγρών. Το απλό νερό επαναφέρει μόνο τον όγκο του πλάσματος στο αίμα, παρεμποδίζοντας τον μηχανισμό της δίψας πριν τα επίπεδα της διαλυμένης ουσίας μπορέσουν να αναπληρωθούν.[18] Τα στερεά τρόφιμα μπορούν να συνεισφέρουν στην απώλεια υγρών ως προς τον εμετό και τη διάρροια.[19] Η συγκέντρωση των ούρων και η συχνή επανάληψη θα επιστρέψουν γενικά στις κανονικές τιμές καθώς διορθώνεται η αφυδάτωση.[20]
Σε κάποιες περιπτώσεις, η διόρθωση της αφυδατωμένης κατάστασης ολοκληρώνεται με την αναπλήρωση του απαραίτητου νερού και ηλεκτρολυτών (μέσω στοματικής επανυδάτωσης αντικατάστασης των υγρών με ενδοφλέβια θεραπεία). Επειδή η στοματική επανυδάτωση είναι λιγότερο επώδυνη, λιγότερο επεμβατική, λιγότερο ακριβή και πιο εύχρηστη, είναι η προτιμώμενη θεραπεία για ήπια αφυδάτωση. Τα χρησιμοποιούμενα διαλύματα για ενδοφλέβια επανυδάτωση πρέπει να είναι ισοτονικά ή υπερτονικά. Η εισαγωγή καθαρού νερού στις φλέβες θα προκαλέσει τη θραύση (λύση) των ερυθροκυττάρων.
Όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο πόσιμο νερό (π.χ. στη θάλασσα ή σε έρημο), θαλάσσιο νερό και αιθανόλη θα χειροτερέψουν την κατάσταση. Τα ούρα περιέχουν χαμηλότερη συγκέντρωση διαλυμένης ουσίας από τον ιδρώτα και πολυάριθμοι οδηγοί συμβουλεύουν κατά της κατανάλωσής τους σε συνθήκες επιβίωσης.[21] Εάν κάποιος είναι αφυδατωμένος και μεταφερθεί σε νοσοκομείο, χρησιμοποιείται επίσης ενδοφλέβια θεραπεία.[22][23][24][25]
Για σοβαρές περιπτώσεις αφυδάτωσης όπου λιποθυμία, απώλεια συνείδησης, ή άλλα σοβαρά ανασταλτικά συμπτώματα εμφανίζονται (ο ασθενής είναι ανίκανος να στέκεται όρθιος ή να σκέφτεται καθαρά), απαιτείται επείγουσα αγωγή. Υγρά που περιέχουν κατάλληλη ισορροπία ηλεκτρολυτών αναπλήρωσης δίνονται από το στόμα ή ενδοφλέβια με συνεχή αξιολόγηση της κατάστασης των ηλεκτρολυτών.[26]
Παραπομπές
↑ 1,01,11,2Mange K; Matsuura D; Cizman B; Soto H; Ziyadeh FN; Goldfarb S; Neilson EG (Νοέμβριος 1997). «Language guiding therapy: the case of dehydration versus volume depletion». Annals of Internal Medicine127 (9): 848–53. doi:10.7326/0003-4819-127-9-199711010-00020. PMID9382413.
↑Ashcroft F, Life Without Water in Life at the Extremes. Berkeley and Los Angeles, 2000, 134-138.
↑Hooper L; Abdelhamid A; Attreed NJ; Campbell WW; Channell AM; Chassagne P και άλλοι. (April 2015). «Clinical symptoms, signs and tests for identification of impending and current water-loss dehydration in older people». The Cochrane Database of Systematic Reviews4 (4): CD009647. doi:10.1002/14651858.CD009647.pub2. PMID25924806.
Byock I (1995). «Patient refusal of nutrition and hydration: walking the ever-finer line». The American Journal of Hospice & Palliative Care12 (2): 8–13. doi:10.1177/104990919501200205. PMID7605733.